Δευτέρα, 28 Μαΐου 2007

Μην βροντοχτυπάς τις χάνδρες η δουλειά κάνει του άνδρες…..ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ!

Ήμουν της άποψης ότι καμιά δουλεία δεν είναι ντροπή. Πέρασα από πολλές δουλειές του ποδαριού για τις οποίες δεν χρειάστηκε να επιδείξω κανένα προσόν από το πλούσιο βιογραφικό μου παρά μονό τις ελάχιστες των ελαχίστων από τις πνευματικές μου ικανότητες και ολίγων σωματική αντοχή. Συγκεκριμένα, έχω κάνει μεροκάματο σε χωράφι (Δε μου έφταναν τα δικά μου, ήθελα ως πιτσιρικάς να ασχολούμαι και με του γείτονα), έχω πουλήσει καρπούζια σε λαϊκή( δεν είμαι αθίγγανος), έχω κάνει σερβιτόρος (πλήρης αποτυχία , στην 2 εβδομάδα με βαλαν να παίζω το ρόλο του μπάρμαν στο ανύπαρκτο μπαρ του ρεστοράν),

Φούσκο warning!!! Φούσκο starts here as well as ridiculous sense of humour

ζιγκολό σιτεμένων γεροντοκόρων (είχε καλή ταρίφα αλλά ήταν επικίνδυνο επάγγελμα) , κλόουν σε τσίρκο (το σταμάτησα γιατί μου επιτέθηκε ο Νίκος ο θηριοδαμαστής για γκομενικούς λόγους. Μεταξύ μας την έπεφτα σε μια από τις λέαινες του. Εντάξει ήμουν ελεεινός τύπος, το έχω μετανιώσει, δεν ξανακάνω πουστιές) και τέλος παπαράτσι (Ευθύνομαι για την συλλεκτική Φώτο που αποθανατίζει Χατζηνικολάου και Πρετεντέρη να μαλλιοτραβιούνται για τα μάτια της Έλλης σε μπαρ της παραλιακής. Δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Καθαρή λογοκρισία. Αίσχος. Όνειδος. Κρίμα θα καράφλιαζε το σύμπαν).

Φούσκο stops here.I can't say so for the ridiculous sense of humour

Δεν έχω μετανιώσει για καμία. Όλες κάτι είχαν να μου δώσουν. Μέχρι που έκανα εκείνη τη δουλειά η οποία έμελε να με στιγματίσει επαγγελματικά, κοινωνικά, ηθικά. Εκείνη η δουλεία για την οποία απευθύνθηκα σε ειδικό ψυχολόγο για να λυτρωθώ από τους εφιάλτες τις που με στοίχειωναν τα βράδια. Την χείριστη όλων. Την ντροπή της τιμημένης εργατιάς. Την δουλειά του Σεκιούριτι στα τραίνα του ΗΣΑΠ. Απαριθμώ τους λόγους που την κατατάσσουν ως την πιο αθλία όλων και αποτρέπω όποιον έχει κατά νου να την δοκιμάσει.

1. Απάλευτη η λύπηση στα μάτια των περαστικών όταν σπάνια διασταυρώνουν το βλέμμα τους με το κομμένο σου πρόσωπο. Είσαι ένα θλιβερό ον που στέκεται στο πουθενά.

2. Χτυπάς σκοπιά 10ωρη όρθιος μέχρι τα γόνατα σου να ζητήσουν έλεος. Έχεις δυο 10λεπτα διαλλείματα για κατούρημα, τσιγάρο και μισό τοστ. Έχεις δικαίωμα στην λούφα η οποία μεταφράζεται σε ελαφρύ κάθισμα σε κάποιο παρακείμενο πλατύσκαλο.

3. Δίνεις αναφορές σε διοικητές. Συνήθως στρατόκαυλους ψευτόμπατσους που σου πρήζουν τα αρχίδια για μια δουλειά στην οποία κατ ουσία δεν έχεις τίποτα ουσιαστικό να κάνεις.

4. Είσαι το τσιράκι του Μπάτσου. Καθαρή αρμοδιότητα να χαφιεδίζεις ύποπτες συμπεριφορές στον αστυνομικό που τρώει πασατέμπο στην άκρη της πλατφόρμας. Άμα κάτσει και η στραβή ξέρεις ότι θα σου ζητηθεί να παίξεις- άοπλος και αδαής- και το ρόλο του. Το χειρότερο είναι ότι ανταλλάζεις κάθε πρωί χαι φαιβ με το νόμο και δεν έχεις άμεση πρόσβαση σε νιπτήρα να πλύνεις τα χέρια σου.(Οκ υπήρχαν και ελάχιστα καλά ένστολα ατομάκια.)

5. Φοράς κάτι σαν μπατσοστολή που σου δίνει μια ψευδαίσθηση εξουσίας που ποτέ δεν θα την ασκήσεις.

6. Σε καμιά περίπτωση δεν είσαι φύλακας. Πληρώνεσαι για να κάνεις το ξεναγό του καθενός που αρνείται να διαβάσει την ταμπέλα μπροστά στα μάτια του και θέλει εσένα να επιβεβαιώσεις την πορεία του. Ενίοτε έχεις και τα τυχερά σου και πιάνεις κουβέντα με κανένα γκομενακι που βιάζεται να την τελειώσει μη και την δει η κολλητή της να μιλεί με τον σεκιουριτά.

7. Είσαι άθελα σου ο ακούραστος παρατηρητής μιας κοινωνίας που τρέχει προς άγνωστες κατευθύνσεις. Η ματιά σου τρέχει στην κυρία με τις αμέτρητες σακούλες στο χέρι που μαγκώνουν στην πόρτα της αμαξοστοιχίας, του γιάπη που βαδίζει αγέρωχος και στημένος κατά μήκος της πλατφόρμας χαζεύοντας τις οικονομικές εφημερίδες, του φοιτητή που ακούει μουσική στη διαπασών, του ανάπηρου που προτάσσει το χέρι στην ελεημοσύνη. Αμέτρητα κινητά βουίζουν στον αέρα, τραίνα έρχονται, τραίνα φεύγουν και εσύ εκεί όρθιος και θλιβερός γατζωμένος στο ρολόι του σταθμού που αρνείται να μετρήσει τον χρόνο.

8. Περνάς ατέλειωτες ώρες σιωπηλός πλάθοντας εικόνες και ταξιδεύοντας σε σκέψεις οι οποίες μπορεί να είναι είτε ένα πρόχειρο πλάνο για τα αυριανά ψώνια, είτε σχέδια για ένα φανταστικό μέλλον, είτε ερωτικές φαντασιώσεις, είτε ακόμα και σκοτεινά όνειρα που μπορεί να σε πετάξουν στις ράγες του τραίνου. Οι ατέλιωτες ώρες ενδοσκόπυσης δεν κάνουν πάντοτε καλό. Η δουλειά δεν συνίσταται σε άτομα με αυτοκτονικές τάσεις.

9. Από την βαρεμάρα και την θλίψη θεωρείς μεγάλο κατόρθωμα κάθε ενέργεια εκτός ρουτίνας και γενικών αρμοδιοτήτων που υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχε καμία σημασία. Ας πούμε να βοηθήσεις μια γιαγιά να μπει στο τραίνο, να σηκώσεις ένα άδειο πακέτο τσιγάρων και να το πετάξεις στο κάδο, να πετύχεις με μια μικρή κοτρονίτσα το μπράτσο του καθίσματος στην απέναντι πλατφόρμα που έχεις βάλει στόχο εδώ και τρεις μέρες.

10. Παρηγοριά η ευχάριστη μουσική που ακούγεται στο Σταθμό. Τουλάχιστον μέχρι να ακουστεί το ίδιο cd για τριακοστή φορά. Ύστερα δεν αντέχεις και σε πιάνει πανικοβλημένο τρέμουλο και τάσεις φυγής.

11. Άλλοι λόγοι εξίσου αποτρεπτικοί με τους προηγούμενους

……..Τουλάχιστον πήρα τα λεφτά μου!

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

Yeah!

Κάπου στο Ρότερνταμ σε κάποιο παμπ παρακολουθώ αγώνα τσαμπιονς λιγκ μεταξύ Τσελσι και Μπαρτσελονα. Με τα βίας προσπαθεί η ματιά μου να διαπεράσει το παχύ στρώμα καπνού από τα χιλιάδες αναμμένα τσιγάρα και να προσγειωθεί στη μικρή τηλεόραση. Οι ιαχές κακόφωνων νταγλαράδων βουίζουν στα αυτιά μου ενοχλητικές και η ζέση μαζί με τον ιδρώτα μου προκαλούν δυσφορία. Ευτυχώς παίζεται τρομερή μπάλα και το ματς είναι συναρπαστικό και είμαι καθηλωμένος στην οθόνη. Λίγο πριν το τέλος η Μπαρτσα σκοράρει και εγώ λάτρης της φιλοσοφίας της και πολέμιος του δόγματος Μουρινιο σφίγγω την γροθιά μου προφέροντας ελαφρώς ένα πνιχτό yeah!. Χωρίς να το καταλάβω δίμετρη ντουλάπα με πιάνει κεφαλοκλείδωμα. Η γλώσσα μου μαγκώνει στον ουρανίσκο μου και νιώθω τα γόνατα μου να λυγίζουν μπροστά στο νευρώδες σφίξιμο των χεριών του. Με τα χέρια του διπλωμένα στο κεφάλι μου, κολλημένος στο ιδρωμένο του μπλουζάκι νιώθω την βαριά του ανάσα να ασθμαίνει δυνατά από πάνω μου. Φλερτάροντας με την λιποθυμία ακούω τον ψίθυρο του σαφή και καθαρό μέσα στο αυτί μου « άμα ξαναφωνάξεις για τα μουνιά θα σε γαμήσω». Ύστερα χαλαρώνει το σφίξιμο ,με ανασηκώνει, μου διορθώνει τον γιακά στο φλώρικο πουκάμισο μου, ρίχνει ένα αφοπλιστικό χαμόγελο και μου συστήνεται . Μετά με κερνά και ένα παιντ και μετά άλλο ένα. Και εγώ τον ευχαριστώ με το πιο ηλίθιο και υποτακτικό χαμόγελο που έχω πάρει ποτέ.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2007

Εκνευριστικά σποτάκια

Ξύνω το κεφάλι μου, με αποτέλεσμα να γεμίζω το μαύρο μου μπλουζάκι με μια λευκή στρώση πιτυρίδας, προσπαθώντας να αποφανθώ για το πια είναι η πιο εκνευριστική διαφήμιση των ημερών.

Πρώτη υποψήφια εκείνη με τον Ροναλντίνιο, ό,τι πιο κοντά σε μυθολογικό κένταυρο κυκλοφορεί σήμερα στη ανθρωπότητα, που ακολουθεί μέτριο γκομενακι στις αίθουσες του αεροδρόμιου και προσπαθεί να της αποσπάσει πατατάκια. Γραφικό στην όλη προσπάθεια η αδυναμία του να ψελλίσει την λέξη «πατατάκια» λες και του ζητιέται να προφέρει την λέξη σκουληκομυρμηγκότρυπα. Εξίσου γραφικό για παγκόσμιο σύμβολο του ποδοσφαίρου η λαιμαργία του να καταβροχθίζει τα lays που είναι γεμάτα από λιπίδια και χρωστικές ουσίες με αποτέλεσμα να γίνει φέτος ο δεύτερος χονδρός βραζιλιάνος στράικερ μετά τον ρονάλντο και να σέρνεται στο γήπεδο. Που πήγαν εκείνες οι διαφημίσεις με μπαλαδόρους λάικ Αναστόπουλος και σια που διαφήμιζαν ρεξόνα για τις μασχάλες και σαμπουάν , ξεχειλίζοντας ανδρίλα μέσα στα ντούζ, και αναστάτωναν το γυναικείο φύλο ενώ σφυρηλατούσαν αντρικά πρότυπα για τους νέους.

Ροναλντίνιο πρίν και μέτα τα "lays"

Δεύτερη υποψήφια εκείνη της Vodafone, νομίζω, που τυπάκι του 21 αιώνα ντυμένο έτσι όπως επιτάσσει το μοντέλο «αρέσω σε κοσμοπόλιταν γκερλ» γυροφέρνει από περίπτερο σε περίπτερο το σώμα του με κρεμασμένο το κινητό στο αυτί σαν σκουλαρίκι σέρνοντας από πίσω του φίλους-ξωτικά που αιωρούνται, με χάρη, γύρω από το κεφάλι του. Η συγκεκριμένη διαφήμιση θα μπορούσε να περάσει και απαρατήρητη μέσα στο γενικότερο λάιφσταιλ της εποχής όπου το κινητό έχει γίνει προέκταση του εαυτού σου αν δεν υπήρχε το μουσικό κομματάκι που ντύνει το σποτάκι και βιάζει τους ακουστικούς μου αισθητήρες. Παραθέτω του εκπληκτικούς στίχους;

“Ι went to trip to Paris
I ate a caramela. It tasted like chocolate, but it was a caramela!
Caramelaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaa”.

Δηλαδή τι να πούμε, δεν υπάρχει πιο εκνευριστικό μουσικό θέμα καραεβερ εγκεν. Θυμίζει κομματάκι αποτέλεσμα φιλότιμης προσπάθειας αυτιστικού συνθέτη που τραγουδιέται σε μουσική εκδήλωση του νταού Πεντέλης- με όλο το αντιρατσιστικό μου σεβασμό όμως (και μη μου παρομοιάσει κανείς αντίστοιχα διαμάντια του ζετεμ- απλά καμία σχέση). Ο δε στίχος εκπληκτικός, πραγματικός ύμνος ή καταγγελία-δεν έχω καταλάβει-για τις καραμέλες Παρισιού που έχουν γεύση σοκολάτα και ξεγελούν και το πιο πεπειραμένο ουρανίσκο. Πιασάρικο δε λέω, αρκετά χαζοχαρούμενο για να περάσει απαρατήρητο, ήταν εξάλλου πολύ όμορφη η εικόνα χτες στο σύνταγμα όπου νεαρά-όχι και τόσο- κοριτσάκια με πολύχρωμα τσιμπιδάκια στα μαλλάκια τους το τραγουδούσαν με νάζι, χορεύοντας πιασμένες αγκαζέ στους απροσδιόριστους ρυθμούς του, διασκεδάζοντας το φιλοθεάμων κοινό που τις παρατηρούσε με απορία. Ποπο συνειδητοποίησα ότι έχω χαραμίσει μια παράγραφο για μια μαλακία και τρομάζω στη ιδέα για το πόσες άλλες μαλακίες θα γράψω τώρα που σφύζουν οι ζέστες

Λοιπόν τρίτη διαφήμιση εκείνη με τον ελληνοκύπριο νεογιεγιέ Χατζηγιάννη που δοκιμάζει την καινούργια του κιθάρα στην διαφήμιση κόνεξ. Όλη η μαλακία συμπυκνώνεται στο τελευταίο μπλαζέ ύφος που παίρνει ο ταλαντούχος τροβαδούρος όταν και παίζει το ρόλο του «καινούργιου στην πιάτσα» και κλίνει το μάτι σε μας όλο σκέρτσο και δηθενιά. Αυτό το ύφος σε στυλ εγώ κατουρώ σε εντειχισμένο με επίχρυσους λίθους πηγάδι της δισκογραφίας με κάνει να θέλω να σπάσω την υπερλούξ τηλεόραση μου.

Αυτά!

p.s Περάστε να δείτε την απόλυτη ωδή στο μικρόφωνο ντουζιέρα απο τον μεγάλο Δόκτορα

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2007

Το εύπεπτο δεν βαραίνει το στομάχι...

Ύστερα από ένα Σαββατοκύριακο ακόρεστης έκθεσης στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο της Γιουροβίζιον φλερτάροντας με τάσεις χαζοχαρούμενης λατρείας για την αισθητική της, έκλεισα τα μάτια μου και ονειρεύτηκα. Ονειρεύτηκα ότι ο διαγωνισμός ήταν ένα σύστημα προαγωγής της μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς κάθε χώρας όπου καλαίσθητα και ποιοτικά κομμάτια ηχούσαν αρμονικά στα αυτιά μου, επίσης σε μια οριζόντια προέκταση της σκέψης μου ,φαντάστηκα μια τηλεόραση χωρίς μεσημεριανή κουτσομπολίστικη ζώνη και Ανίτα Πάνια γεμάτη με προγράμματα απαράμιλλης σοβαροφάνειας στην θέση τους, ονειρεύτηκα ένα κόσμο που η Άντζελα Δημητρίου καίγεται στην πυρά για να εξαγνιστεί από την υποκουλτούρα και ο Πρετεντέρης μαστιγώνεται στο όνομα της δίκαιης ενημέρωσης κατηγορούμενος για κατ'εξακολούθησιν βιασμο των συνειδήσεων μας και σκεφτόμενος όλα αυτά με έπιασε μια απέραντη μελαγχολία και θλίψη μέχρι που ευτυχισμένος και ανακουφισμένος άνοιξα τα μάτια μου και πήρα μια γερή τζούρα από τα σκουπίδια γύρω μου για να ζαλιστώ από την δυσωδία τους, μπας και συνέλθω.

Εξάλλου λένε ότι ο χρυσός λάμπει πιο έντονα ανάμεσα σε μια μάζα από σκουριασμένα σίδερα.

Υ.Σ: Τελικά η Σέρβα νικήτρια της Eurovision με ποιον μοιάζει? Εγώ λέω με το τίμιο γκομενάκι του Πλιάτσικα την Ευσταθία

Ευσταθία ή Marija Serifovic?

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

Της φυλακής τα σίδερα…....(Μέρος Γ).

Η απόδραση του ζωντανού-νεκρού

Το τίμημα της αποτυχημένης εξέγερσης το πλήρωσα με το παραπάνω. Οι μέρες της απομόνωσης πέρασαν αργά και βασανιστικά. Όταν τελείωσε η ποινή δέχτηκα την αιφνίδια επίσκεψη του δικηγόρου μου. Δυσάρεστη φιγούρα εκείνο το ανθρωπάκι. Είχε μια μαγική ικανότητα να σου παρουσιάζει το καλό κακό και το κακό κάκιστο. Ήρθε με φορεμένο εκείνο το γελοίο παρουσιαστικό του, αγχωμένος, με το μέτωπο του να στάζει ιδρώτα πάνω στα τεράστια μυωπικά γυαλιά που κάλυπταν το στρογγυλό πρόσωπο του. Έλυνε και έδενε νευρικά την κακόγουστη γραβάτα του και μοιρολογούσε πάνω στην βέβαιη καταδίκη μου.

«Η κίνηση σας να ξεκινήσετε την εξέγερση ακυρώνει κάθε προσπάθεια μας για ευνοϊκή μεταχείρισης από το δικαστήριο, αγαπητέ καβαμαρών» μου δήλωσε με χαμηλωμένο βλέμμα βουτώντας μέσα στο χαρτομάνι της δικογραφίας.

Έμεινα σιωπηλός κοιτάζοντας τον εχθρικά. «Δύσκολα τα πράγματα Κύριε, πολύ δύσκολα» συνέχιζε να μονολογεί. Σηκώθηκε, μάζεψε τα χαρτιά του και έφυγε με βαριά βήματα σέρνοντας πίσω του τα αποτυχημένα χρόνια της δικηγορίας του.

Την επόμενη μέρα στο κελί μου έφεραν ένα συγκάτοικο. Ο Σωτήρης βρέθηκε στη φυλακή για κάτι μίζες. «Το εξιλαστήριο θύμα ενός οικονομικού εγκλήματος που βρώμαγε από ψηλά» όπως μου δικαιολογήθηκε. Ευχάριστος τύπος. Αν και απίστευτη γλωσσοκοπάνα λάτρευα, λίγο πριν κλείσουν τα φώτα τη νύχτα, να τον ακούω με τον δικό του γλαφυρό τρόπο να εξιστορεί τις περιπέτειες του από τα αμέτρητα ταξίδια του. Με έπαιρνε και μένα συνταξιδιώτη και άλλοτε βρισκόμασταν να αντιμετωπίζουμε επικίνδυνους βεδουίνους στη Σαχάρα και άλλοτε να κυνηγάμε χαμένους θησαυρούς των ναζί στους άγιους τόπους ωσάν τον Ιντιάνα Τζόουνς. Ήταν αφάνταστα αιματηρός ο τρόπος που ξεπάστρευε τους εχθρούς του. Λύτρα αίματος ξεχύνονταν από τις λέξεις του και σαν τελείωναν όλα έπαιρνε για λάφυρο το όμορφο κορίτσι. Αν και γεμάτες κλισέ και σχετικά αναμενόμενης πλοκής οι φαντασιώσεις του ήταν καλό φάρμακο. Ξεχνιόμουν με δαύτες και άφηνα, έστω και για λίγο, τις δυσοίωνες σκέψεις μου στην άκρη. Ήταν σίγουρο ότι θα μου έλειπαν οι ιστορίες του όταν θα αποφυλακίζονταν σε λίγες εβδομάδες.

Έπιασα εργασία στη φυλακή για να σκοτώνω δημιουργικά το χρόνο μου. Βοηθός του Φώντα του τεχνίτη. Ένας καλλιτέχνης-ξυλουργός που βρισκόταν ισόβια έγκλειστος για κάποιο φονικό που γέμισε κάποτε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με παχυλούς τίτλους γεμάτους κατάρες και αφορισμούς για τον θύτη. Τον βοηθούσα στα απολύτως απαραίτητα. Κυρίως στο κουβάλημα και στο καθαρισμό των εργαλείων του. Τον υπόλοιπο χρόνο μαζί του τον περνούσα σιωπηλός χαζεύοντας τον με τις ώρες να χειρίζεται με χάρη και χέρι σταθερό τον τροχό για να κόβει το ακατέργαστο ξύλο και ύστερα με μαεστρία να το σμιλεύει και να του δίνει ποικιλόμορφα σχήματα. Σαν το ξύλο έπαιρνε την τελική του μορφή σκάλιζε πάνω του όμορφες παραστάσεις δίνοντας του μια τελευταία πινελιά. Ύστερα έβαζε τα χέρια του στη μέση και θαύμαζε το δημιούργημα του φουσκώνοντας από περηφάνια. Λάτρευα να ρουφώ κάθε στιγμή αυτής τη ιεροτελεστίας.

Ο Φώντας ήταν γνωστός και ως το κοράκι της φυλακής. Κατασκεύαζε φέρετρα και πρόσφερε μια στοιχειώδη κηδεία σε όσους τροφίμους άφηναν την τελευταία τους πνοή εκεί μέσα και δεν είχαν συγγενή που να ζει ή να τους θυμάται για να τους κλάψει. Βρεθήκαμε να ετοιμάζουμε το φέρετρο για κάποιον από τους κρατούμενους που πέρναγε στην αιωνιότητα. Καθαρίσαμε το ξύλο πεύκου από τις ακίδες και το κόψαμε σε επίπεδες επιφάνειες. Με το ξυλόσφυρο δώσαμε κοιλότητα σε δυο ομοιόμορφες σανίδες και με ένα γυαλόχαρτο καθαρίσαμε την επιφάνεια της βάσης. Ύστερα με ένα μικρό σκερπάνι "προκίσαμε" τις σανίδες πάνω στις άκρες της βάσης και με το μεταλλικό αλφάδι μετρήσαμε τις παράλληλες πλευρές για να ταιριάξουμε με ακρίβεια πάνω τους το κουρμπαριστό σκέπαστρο. Ολοκληρώσαμε την κατασκευή και τοποθετήσαμε τον νεκρό σαβανωμένο μέσα στην κάσα. Καθώς μουρμουρίζαμε κάποια ακατάληπτα ευχολόγια για το ταξίδι του στο κάτω κόσμο πέρασε από το μυαλό μου μια μακάβρια σκέψη που μου προκάλεσε μια παράξενη έκσταση.

Η ιδέα της απόδρασης καιρό τώρα στροβιλίζονταν στο νου μου και χάνονταν γρήγορα κάτω από το βάρος του αδυνάτου. Η φυλακή ήταν άρτια οχυρωμένη και θεωρούσα τον εαυτό μου αρκετά αδαή για να σκαρφιστεί κάποιο μεγαλειώδη τρόπο διαφυγής. Από την άλλη πίστευα , ίσως και επιπόλαια, ότι δε θα μπορούσα ν’ αντέξω για πολύ ακόμα εκεί μέσα ενώ έτρεμα στην ιδέα ότι θα συμβιβαστώ κάποτε με τα δεσμά μου. Κοιτάζοντας εκείνη την κιβωτό που θα μετέφερε τον νεκρό στον Άδη σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει το μέσο για να με οδηγήσει στην δικιά μου γη της επαγγελίας, την ελευθερία. Η ιδέα εγκαταστάθηκε βίαια στη συνείδηση μου και έπεισε τον εγκέφαλο μου να οργανώσει το σχέδιο.

Η γλώσσα μου έτρεχε σε γοργούς ρυθμούς καθώς ανέλυα την μεγάλη μου σύλληψη στον Φώντα. Το σχέδιο ήταν απλό. Χρειαζόμουν την δική του βοήθεια και έναν συνεργό για την εκταφή. Την επόμενη φορά, θα έμπαινα και εγώ παρέα με τον αποθανόντα στα έγκατα της γης και σαν τέλειωνε η τελετή και όλοι θα είχαν απομακρυνθεί και η περιοχή θα θύμιζε την γνώριμη εικόνα ενός έρημου τοπίου θα αναλάμβανε κάποιος να με ανασύρει στην επιφάνεια. Εύκολα θα παραβιάζαμε το μικρό ιατρείο της φυλακής για μια φιάλη οξυγόνου ώστε να με κρατήσει ζωντανό κάτω από το χώμα για όσο χρειάζονταν. Όλη εκείνη την ώρα που ξεδίπλωνα το σχέδιο, ο Φώντας με άκουγε με προσοχή. Αντιμετώπισε εκείνο το περίεργο τρόπο διαφυγής με ένα σαρκαστικό μειδίαμα και ύστερα μίλησε

-Θα σε βοηθήσω, δεν έχω τίποτα να χάσω…. αποφάνθηκε και εγώ πήρα ένα γεμάτο χαμόγελο ανακούφισης.
…αλλά πες μου γιατί θέλεις να φύγεις από εδώ?, με ρώτησε αιφνίδια
Θεώρησα το ερώτημα βλακώδες αλλά δε το προσπέρασα.
- Δεν ανήκω εγώ εδώ μέσα, απάντησα κοφτά και με στόμφο
- Και τι νομίζεις , μικρέ μου καβαμαρών, ότι θα βρεις εκεί έξω. Παράνομοι και υπάνθρωποι ζουν και εκεί, απλά έχουν την τύχη να προσλαμβάνουν καλύτερο δικηγόρο, είπε με ύφος σοβαρό και διδακτικό.

«Καημένε Φώντα» σκέφτηκα από μέσα μου, «παγιδευμένος στους ανούσιους προβληματισμούς σου, σαπίζεις μέρα με την μέρα». Τον λυπήθηκα πραγματικά αλλά δεν είχα χώρο για άλλο συναίσθημα πέρα από την ηδονή που με κυρίευε στην ιδέα μιας επιτυχημένης απόδρασης. Το μόνο που έμενε ήταν να βρω κάποιον για την εκταφή και να περιμένω τον επόμενο νεκρό.

Ο Σωτήρης θα έπαιρνε εξιτήριο την επόμενη μέρα. Φάνταζε για μένα ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή. Δεν άργησε να δεχτεί, με το αζημίωτο βέβαια. Με ανάγκασε να του τάξω ένα μικρό θησαυρό. Συμφωνήσαμε να του τηλεφωνήσω την ημέρα της απόδρασης. Θα παραφυλούσε προσεκτικά κοντά στο νεκροταφείο και την κατάλληλη στιγμή θα ερχόταν να με ξεθάψει. Το νεκροταφείο βρισκόταν λίγο έξω από την φυλακή. Είχε ένα μικρό ξωκλήσι και ανύπαρκτη φύλαξη. Ήταν εύκολο για εκείνον να δράσει. Δε του μιλησα για τον Φώντα όπως και το αντίστροφο. Στην περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά δεν ήθελα ο ένας να «δώσει» τον άλλο.

Το βράδυ στήθηκε ένα πρόχειρο αποχαιρετιστήριο παρτάκι για την αποφυλάκιση του Σωτήρη. Το κρασί πους μας έφερε στα μουλωχτά ο Μπάμπης ο φύλακας έρρεε άφθονο. Η βραδιά κύλησε με τραγελαφικές σεξιστικές ιστορίες που πυρπόλησαν θύμισες ενός ένδοξου παρελθόντος και προκαλούσαν ασταμάτητα γέλια. Κάποια στιγμή ο Σωτήρης ένιωσε μια ελαφρά δυσφορία. Ήταν καρδιακός βλέπετε και δεν ήταν ώρα να παίζει με το ποτό. Διώξαμε ευγενικά τους μουσαφιρέους από το κελί και πέσαμε να κοιμηθούμε. Με καληνύχτισε με ένα φωτεινό χαμόγελο πραγματικής ευτυχίας. Έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα βαριά. Όταν ξύπνησα ο Σωτήρης δεν ήταν εκεί. Έφυγε χωρίς ένα αντίο.

Προς το μεσημέρι πήρα σήμα από τον Φώντα ότι είχαμε να περιποιηθούμε τον επόμενο νεκρό. Ήταν η χρυσή μου ευκαιρία. Δεν άφησα τον εαυτό μου να επεξεργαστεί την απόφαση μου. «Ή τώρα ή ποτέ» ψέλλισα μέσα μου και έσφιξα την γροθιά μου. Ο Φώντας δέχτηκε να αναλάβει τον πεθαμένο και εγώ έτρεξα στο τηλεφωνητήριο. Πήρα στο σπίτι του Σωτήρη τρεις φορές αλλά δεν το σήκωνε. Πήρα και στο κινητό του αλλά μάταια. «Θα γιορτάζει ο μπαγάσας την ελευθερία του σε κάποιο μπουρδέλο» , σκέφτηκα και χαμογέλασα. Άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή. Ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα το άκουγε και όλα θα έβαιναν καλώς. Αντιστάθηκα σε κάθε απαισιόδοξη σκέψη μου και νίκησα την ανησυχία μου. Δεν θα άφηνα αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Δεν είχα και πολύ χρόνο. Όσο προσπαθούσα να βρω τον Σωτήρη, ο Φώντας είχε ήδη σαβανώσει τον νεκρό και τον είχε τοποθετήσει μέσα στο ξύλινο φέρετρο από κυπαρίσσι. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και στριμώχτηκα δίπλα στον πεθαμένο. Ο Φώντας μου ευχήθηκε καλή τύχη προσποιούμενος ότι την πιστεύει, μου έδωσε την φιάλη οξυγόνου και σφράγισε την κάσα κρύβοντας το φως από τα μάτια μου.

Ήταν κλειστοφοβικά, σκοτεινά και άβολα εκεί μέσα. Θα ήταν ψέματα να πω ότι δεν φοβόμουν την έκβαση αυτής της επικίνδυνης διαφυγής που διάλεξα. Όλα κρέμονταν από μια κλωστή και δεν είχα εμπιστοσύνη σε κανέναν. Παρόλο’ αυτά πρέπει να ήμουν ο μοναδικός ζωντανός που είχε την δυνατότητα να παρακολουθήσει την κηδεία του και έκατσα να το απολαύσω . Άκουσα τα βογγητά πόνου και τις βλασφημίες από τα παλικάρια που αναγκάστηκαν να σηκώσουν το υπέρμετρο βάρος αυτού του φέρετρου, αφουγκράστηκα κάποια σκόρπια αναφιλητά στον αέρα και επαγγελματικά μοιρολόγια. Πικρογέλασα με τον Παπά που πήδαγε τα εδάφια για να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα και στο τέλος τον ευχαρίστησα για τις ευχές περί αιωνιότητας και μακαριότητας που μου έδινε. Ύστερα ποσότητες χώματος σκέπασαν την κάσα και μένα με διαπέρασε ένα πρωτόγονο ρίγος και ξεροκατάπια τόσο δυνατά που το σάλιο έγδαρε τον οισοφάγο μου.

Ο χρόνος έδειχνε να είχε κολλήσει στο μηδέν εκεί στα υπόγεια. Η αίσθηση μου όμως δε με πρόδιδε. Πρέπει να είχαν περάσει αρκετές ώρες από τότε που με έθαψαν και ο σωτήρας μου άφαντος. Ξάφνου ένας ανεπαίσθητος ήχος ταξίδεψε στη γη και έφτασε στα αυτιά μου σχεδόν σβηστός. Προσπαθούσα να ελέγξω τις αναπνοές που έπαιρνα από την φιάλη και να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Τότε με επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο πιο απόκρυφος φόβος μου. Το ένστικτο μου ψιθύρισε ένα τρελό παιχνίδι της μοίρας. Έπρεπε να βεβαιωθώ. Ψαχούλεψα τις τσέπες μου και βρήκα ένα αναπτήρα ενώ παράλληλα κατέβασα το σεντόνι που κάλυπτε το πρόσωπο του νεκρού. Η έλλειψη οξυγόνου δεν θα διατηρούσε την φλόγα αλλά ακόμα και μια ισχνή λάμψη φάνταζε αρκετή. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ξετυλίχτηκαν μπροστά μου οι σελίδες του πιο εφιαλτικού σεναρίου. Ο Σωτήρης κείτονταν δίπλα μου και η σωρός του είχε εκείνο το φωτεινό χαμόγελο ευτυχίας με το οποίο με είχε καληνυχτίσει την προηγουμένη νύχτα στο κελί. Τον μίσησα με όλη μου την καρδιά. Τον καταράστηκα γιατί η καρδιά του λιγοψύχησε την πιο κρίσιμη ώρα. Η ιδέα ενός απροσδιόριστου και λυτρωτικού ήχου έφτασε και πάλι στα αυτιά μου αλλά έσβησε και πάλι μονομιάς σαν τις ελπίδες μου.

Δεν με έπιασε πανικός μπροστά στο άσχημο παιχνίδι της μοίρας μου. Μέσα μου, βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο, άδειος και παγωμένος. Η απόλυτη αποσυμπίεση. Αυτόβουλα θαμμένος βαθιά μέσα στο απόλυτο κενό προσευχόμουν, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου, για ένα γρήγορο τέλος . Η φιάλη οξυγόνου άδειαζε, το ίδιο και εγώ. Η ιδέα του θανάτου από ασφυξία πάντα με ανατρίχιαζε. Είδα τον χάρο να ακονίζει το δρεπάνι του καθώς ολάκερος μελάνιαζα. Οι φλέβες μου τεντώθηκαν προσπαθώντας ενστικτωδώς να βρω τις αναπνοές μου. Η ανάσα μου έσβησε και ύστερα επανήλθε ξαφνικά και βίαια και εγώ ένοιωσα σαν να γεννιέμαι ξανά. Όπως το μωρό που βγαίνει από την μήτρα της μάνας του και εγκαινιάζει με γοερό κλάμα την πρώτη του αναπνοή στον έξω κόσμο έτσι και εγώ καλωσόρισα την δική μου με ένα βουβό λυτρωτικό λυγμό. Τα αυτιά μου δε με γελούσαν αυτή τη φορά. Εκείνος ο ισχνός ήχος ήταν πια έντονος και αναγνωρίσιμος. Κασμάδες και φτυάρια έσκιζαν τον αέρα και προσγειώνονταν με ορμή στο έδαφος λίγα εκατοστά πιο πάνω μου. Ύστερα από λίγο τα σκαπτικά σίγησαν και ακούστηκαν ψίθυροι.

-Ρε Μαλάκα σίγουρα τον έχουν θάψει τον επιχειρηματία εδώ? ρώτησε ο ένας λαχανιασμένα
-Σκάσε και σκάβε. Σου λέω ότι κάναμε την τύχη μας. Χρυσαφικά μεγάλης αξίας τον στολίζουν ενώ οι τσέπες του και τα ρούχα του είναι γεμάτα από δεσμίδες χρημάτων, απάντησε ο δεύτερος με ενθουσιασμό

Η αξίνα έσπασε το ξύλινο σκέπαστρο και έγδαρε την κοιλιά μου. Έσπρωξα με δύναμη όπως το λυσσασμένο λιοντάρι την πόρτα του κλουβιού του. Πετάχτηκα έξω από το φέρετρο, φίλησα τα παγωμένα από τον τρόμο πρόσωπα των σωτήρων μου που με κοίταζαν αποσβολωμένα και έτρεξα στο σκοτάδι.

Ο μύθος του πλούσιου ζωντανού νεκρού με τα χρυσά στολίδια ακόμα στοιχειώνει το μέρος εκείνο.

ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2007

Η συνέντευξη του Καμπαμαρού

Ύστερα από πρόσκληση του numb απαντώ

1)Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να μπορώ να έχω εξασφαλίσει τα προς το ζην μέχρι τα 35….αδύνατον?

2)Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Τίποτα

3)Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Πριν 1 ώρα

4)Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Η υπέρμετρη βλακεία….οκ ψέματα…ας πούμε η ανωριμότητα

5)Το βασικό ελάττωμά σας;
αναβλητικότητα

6)Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα ανθρώπινα

7)Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Έχουν παρελάσει από το μυαλό μου όλες οι ιστορικές προσωπικότητες των αιώνων εδώ και 30 λεπτά αλλά τζίφος δε βρίσκω καμία. Δεν θα το σκεφτώ παραπάνω. Πάμε στην επόμενη

8)Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Αυτοί που πάνε κόντρα στο ρεύμα

9)Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Στο άγνωστο

10)Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Ο Κάφκα

11)Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Δύσκολη ερώτηση. Ας πούμε ευαισθησία

12)... και σε μια γυναίκα;
Την γοητεία

13)Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Βάγκνερ και ο Πουτσίνι. Ρε μπας και είμαι κρυφόφαν του Καρβέλα?

14)Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Σίγουρα τραγουδώ στο μπάνιο αλλά τις περισσότερες φορές όχι κάτι συγκεκριμένο. Αυτοσχεδιάζω

15)Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
«Η δίκη»

16)Η ταινία που σας σημάδεψε;
Η οδύσσεια του διαστήματος

17)Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ο Εγγονόπουλος( τώρα που είναι και στην μόδα)

18)Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το λουλακί

19)Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Όταν κέρδισα τα 50 μέτρα ελεύθερο στο νηπιακό πρωτάθλημα βορειοανατολικής αττικής με βοηθητική σανίδα.

20)Το αγαπημένο σας ποτό;
Ουίσκι με λίγο πάγο και κόκα κόλα

21)Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Μερικές φορές πρέπει να είμαι λίγο πιο επιθετικός απέναντι σε κάποιες καταστάσεις

22)Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ' όλα;
Την Γκρίνια…των άλλων όχι την δικιά μου

23)Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Δε μπορώ να πω ντρέπομαι

24)Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Ο θάνατος

25)Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Κοιτάξτε εγώ δε λέω ΠΟΤΕ ψέματα.......NOT

26)Ποιο είναι το μότο σας;
"Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή " .... μα τι κλασσικό μότο. Σχεδόν ντρέπομαι που το έβαλα αλλά δε πειράζει... το πιστεύω

27)Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Δεν με ενδιαφέρει αρκεί να μην παιδευτώ

28)Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Τι γίνεται με αυτό το 4αρι στο κολονάκι που μου έχει υποσχεθεί

29)Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Αλλόκοτης όπως πάντα.

Πείτε μου πέρασα το τεστ or not?

Πετώ το μπαλάκι στους
misirlou
Downhill
satya
ammos
switters
ampot
lazinio και
kwlogria

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2007

Της φυλακής τα σίδερα…....(Μέρος B).

Εναλλακτικός τίτλος:
ΟΙ 300 της ταράτσας

Είναι μερικές φορές που η λέξη προσγειώνεται στο στόμα πριν την συνθλίψει η λογική. “Εξέγερση” φώναξαν οι γενναίοι τρόφιμοι και βρέθηκαν σε εκείνη την ταράτσα για να δώσουν τον μάταιο αγώνα τους. Ανάμεσα τους και εγώ, υποταγμένος σε αλλόκοτες σκέψεις, ψάχνω να βρω τι με ώθησε σε αυτή την αυτοκτονία. Γιατί περί αυτοκτονίας πρόκειται όταν παρακινώ αντίσταση ενώ δεν έχω δικαστεί ακόμα για τα όποια εγκλήματα μου.

Οι ώρες κυλούν βασανιστικά στην ταράτσα. Ύστερα από μια αρχική προσπάθεια από μια μερίδα να πνίξει τον ξεσηκωμό και να συμμορφωθεί με τις επιταγές των αρχών πρυτάνευε η σύμπνοια και η ομόνοια καθώς αποφασίστηκε να εξαντλήσουμε την διορία και να αποφασίσουμε την έσχατη ώρα για το τι θα πράξουμε. Καθώς ζύγωνε το τέλος μια ακατανόητη σιωπή κυρίευε την ατμόσφαιρα

Κάθομαι κοντά σε μια από τις εστίες φωτιάς που σιγόκαιγε για να μας ζεστάνει λίγο από το κρύο εκείνες τις προχωρημένες βραδινές ώρες. Το βλέμμα κενό αλλά εκείνη η αντανάκλαση φλόγας που τρεμόπαιζε στις κόρες των παγωμένων ματιών μου σε συνδυασμό με την τεράστια σκιά μου που υψώνονταν στον πίσω τοίχο έδινε την ψευδαίσθηση ηγέτη στην φιγούρα μου. Οι ματιές των συγκρατουμένων ταξίδευαν αδιάκοπα στο χώρο και συναντούσαν επίμονα τις δικές μου. Ήμουν εκείνος που άρχισε αυτή την ιστορία και έπρεπε να λογοδοτήσει για την συνεχεία της. Γιατί έλαχε σε μένα ο ρόλος του οδηγητή? Τι θέλουν όλοι αυτοί γύρω μου και τι ζητούν τα ανήσυχα βλέμματα τους που με καρφώνουν. Με θεωρούν σύντροφο και συνοδοιπόρο σε κάτι κοινό ή με καταριούνται που τους έφερα σε δεινή θέση? Με επαινούν ή δείχνουν τον ένοχο ? Ήταν κάποια από τα ερωτήματα που με βασάνιζαν εκείνη την ώρα.

Όλα έδειχναν φαινομενικά ήρεμα. Μια ψεύτικη νηνεμία πριν ξεσπάσει η μπόρα . Εγώ αισθανόμουν το βάρος της ευθύνης αβάσταχτο, το κορμί μου έκαιγε ολάκερο και η καρδιά μου κτύπαγε σε γρήγορους και επικίνδυνους ρυθμούς. Δεν άντεξα και ξέσπασα σε δυνατά γέλια που έσπασαν απότομα την σιωπή. Γέλασα απέναντι στο αδιέξοδο. Και το γέλιο αντί να πνιχτεί απλώθηκε πιο βροντερό σαν μεταδοτική ασθένεια. Σε λίγη ώρα δεν υπήρχε κάνεις σε εκείνη την ταράτσα που να μην συντρόφευε τον διπλανό του στο γέλιο του. Μερικοί είχαν καιρό να γελάσουν , άλλοι δεν είχαν γελάσει ξανά όσο ήταν μέσα στην φυλακή. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα παράξενης ευτυχίας αποφασίσαμε να μη πέσουμε αμαχητί. Θα μέναμε εδώ ενωμένοι να στηρίξουμε τις ανύπαρκτες ελπίδες μας και να διασκεδάσουμε με την ψυχή μας τον μάταιο αγώνα μας. Θα χάναμε, αυτό ήταν σίγουρο, και η τιμωρία που μας περίμενε φάνταζε βαριά αλλά θα γλεντούσαμε την ήττα μας όσο μπορούσαμε.

Το γέλιο μας έφτασε στα αυτιά του διοικητή και άναψε τον θυμό του. Το μήνυμα ήταν σαφές στους δεσμοφύλακες μας. Εκείνοι που μας ανάγκαζαν καθημερινά να τους βλέπουμε αφ υψηλού και να ακολουθούμε με βλέμμα υποταγής τις προσταγές τους, έπρεπε για πρώτη φορά να στρέψουν το βλέμμα τους επάνω σε εκείνη την ταράτσα και να ανέβουν το δικό τους Γολγοθά για να μας σταυρώσουν. Αυτή ήταν μια ξεκάθαρη νίκη μας και ο διοικητής το ήξερε καλά.

Αρχίσαμε να οργανώνουμε την αντίσταση μας. Στην αρχή ψάξαμε για κάποιο πρόχειρο οπλισμό. Παραβιάσαμε μια μικρή αποθήκη όπου βρήκαμε σκόρπιους σιδερολοστούς και ξύλα. Κάποια κομμάτια αλουμινίου και τσίγκου από παλιά σκέπαστρα θα χρησίμευαν σαν ασπίδες. Υπήρχαν δυο είσοδοι για την ταράτσα. Από το τρίτο πάτωμα της φυλακής υψώνονταν τα πλατύσκαλα μιας ελικοειδούς σκάλας που οδηγούσαν σε ένα μακρύ και σχετικά πλατύ διάδρομο στο τέλος του οποίου βρισκόταν μια γκαραζόπορτα που έβγαζε στην βόρια πλευρά της ταράτσας. Στην νότια πλευρά υπήρχε μια αμπαρώπορτα ασφαλώς κλειδωμένη που οδηγούσε στο εσωτερικό εκείνης της αποθήκης που είχαμε παραβιάσει. Από εκείνη την είσοδο χωρούσαν μετά βίας 2 άτομα. Εκεί αφήσαμε μια μικρή ομάδα πακιστανών να την φυλούν.

Οι υπόλοιποι στοιχηθήκαμε με τάξη και αρμονία που θα ζήλευε και ρωμαϊκή φάλαγγα μπροστά από την βόρεια είσοδο. Οι δεσμοφύλακες ήταν πολυάριθμοι αλλά αυτό το πλεονέκτημα το εξουδετέρωνε ο όγκος του χώρου που μπορούσαν να στοιβαχτούν για να μας αντιμετωπίσουν. Ο μακρύς διάδρομος δεν μπορούσε να αντέξει παραπάνω από 100 άτομα ενώ η εμπροσθοφυλακή τους οριζόντια στοιχισμένη αντίκρυ της πόρτας δε μπορούσε να αποτελούταν από παραπάνω από 10 άτομα. Βέβαια είχαν το πλεονέκτημα να ανανεώνουν τις δυνάμεις του και να ξεκουράζουν τους πολεμιστές τους. Μπροστά στον πλήρη εξοπλισμό τους που περιελάμβανε γκλόπς ηλεκτροφόρα και μη , ανθεκτικές ασπίδες και κράνη είχαμε να αντιπαρατάξουμε την αυταπάρνηση και το πάθος μας.

Το ποδοβολητό τους βροντούσε απειλητικό σαν πλησίαζαν με σταθερό βηματισμό την πρώτη γραμμή της άμυνας μας. Ύστερα στάθηκαν απεναντί μας και το μόνο που ακούγονταν ήταν οι βαριές ανάσες των αντιμαχόμενων πλευρών. Το σύνθημα δόθηκε και το πρώτο κύμα επίθεσης απεδείχθη σφοδρό αλλά όχι αρκετό για να κάμψει την αντίσταση μας. Δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ανθρώπινη αλυσίδα μας ενώ δέχτηκαν και κάποια καίρια χτυπήματα που έκαμψαν την αυτοπεποίθηση τους. Οι περισσότεροι από τους δεσμοφύλακες βρέθηκαν να κάνουν εκείνη την δουλειά από μια συγκυρία της κακοτυχίας τους και ειδικά τέτοιες στιγμές τις μισούσαν. Εμείς από την άλλη πολεμούσαμε γενναία για να κρατήσουμε το όνειρο της ελευθερίας ζωντανό. Εκείνη η ταράτσα ήταν το σπίτι μας, το λημέρι μας και δε θα το πατούσαν εύκολα οι εχθροί. Το δεύτερο κύμα το αντιμετωπίσαμε πιο σθεναρά παρόλο την κούραση μας. Το τρίτο συνοδεύτηκε με ρίψη ληγμένων χημικών αλλά και σε αυτά βρήκαμε λύση καθώς βρέξαμε τις μπλούζες μας και τις δέσαμε γύρω από το πρόσωπο μας. Το τέταρτο χτύπημα ήταν και το τελευταίο γιατί οι δεσμοφύλακες άρχισαν ξαφνικά να οπισθοχωρούν άτακτα. Ξεσπάσαμε σε ζητωκραυγές και επευφημίες. Ύστερα αρχίσαμε να κουράρουμε τους τραυματίες και να ανασυντάσσουμε τις δυνάμεις μας για ο,τι θα ακολουθούσε

Ο διοικητής έδειχνε τουλάχιστον απελπισμένος στο επιτελείο των εχθρών. Δεν το τρόμαζε τόσο η αντίσταση μας αλλά το γεγονός ότι οι ώρες περνούσαν και το θέμα αργά ή γρήγορα θα έφτανε στα γραφεία των δημοσιογράφων και η απειλή να διασυρθεί η φήμη του άρτια, μέχρι εκείνη την στιγμή, οργανωμένου σωφρονιστικού ιδρύματος του σε τηλεοπτικά παράθυρα φάνταζε πιο κοντά από ποτέ. Πηρέ τηλέφωνο τον υπουργό. Εκείνος το μόνο που δεν ήθελε σε τέτοιους δύσκολους καιρούς ήταν έναν ακόμα διασυρμό των οργάνων της δημόσιας τάξης. Ήταν η κατάλληλη ώρα να χτυπήσει η ομάδα ΕΔΒΠ(Ειδικές δυνάμεις Βύρων Πολύδωρα). Η νεοσύστατη εκείνη ομάδα υπό το όνομα του ιδίου του υπουργού αποτελούταν από σκληροτράχηλα στελέχη ειδικά εκπαιδευμένα να αντιμετωπίζουν επικίνδυνες καταστάσεις όπως κάψιμο απορριμματοφόρων από κουκουλοφόρους και δαγκώματα από μασέλες συνταξιούχων στις πορείες.

Η αποστολή των ΕΔΒΠ βαπτίστηκε με το κωδικό όνομα «ζαρντινιέρα». Ξαφνικά τις πρώτες πρωινές ώρες μια ομάδα χτύπησε από την κεντρική είσοδο ενώ ταυτόχρονα μια άλλη σκαρφάλωσε με γάντζους στην ταράτσα και επιτέθηκε πλευρικά στις δυνάμεις μας. Οι γραμμές μας έσπασαν και οι μάχες άρχισαν σώμα με σώμα. Οι μονομαχίες ήταν τόσο σφοδρές που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτυπωθούν στις σελίδες ενός ομηρικού έπους. Αν και εξουθενωμένοι καταφέραμε να τους αποκρούσουμε και δείχναμε να πλησιάζουμε την οριστική νίκη. Όμως μια τρίτη δύναμη από δεσμοφύλακες είχε παραβιάσει την μικρή αμπαρώπορτα που φυλούσαν οι πακιστανοί και βρεθήκαμε περικυκλωμένοι. Αναγκαστήκαμε να παραδοθούμε.

Τελικά ήταν οι πακιστανοί που λύγησαν και μας έδωσαν στεγνά. Αργότερα μάθαμε ότι τους έταξαν άφθονο παστουρμά και ιμάμη για τις προσευχές τους.Εκείνο όμως που σφράγισε την υπόγεια συμφωνία και την προδοσία τους ήταν η υπόσχεση από τις αρχές να χαρίσουν στον καθένα τους το τελευταίο cd-single της Άντζελας Δημητρίου υπογεγραμμένο από την ιδία.

Από τι αποδείχθηκε και αυτή η ιστορία επιβεβαιώνει την παγκόσμια συνομωσία ότι το κακό έρχεται από την ανατολή.

(Συνεχιζεται)