Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

Της φυλακής τα σίδερα…....(Μέρος Γ).

Η απόδραση του ζωντανού-νεκρού

Το τίμημα της αποτυχημένης εξέγερσης το πλήρωσα με το παραπάνω. Οι μέρες της απομόνωσης πέρασαν αργά και βασανιστικά. Όταν τελείωσε η ποινή δέχτηκα την αιφνίδια επίσκεψη του δικηγόρου μου. Δυσάρεστη φιγούρα εκείνο το ανθρωπάκι. Είχε μια μαγική ικανότητα να σου παρουσιάζει το καλό κακό και το κακό κάκιστο. Ήρθε με φορεμένο εκείνο το γελοίο παρουσιαστικό του, αγχωμένος, με το μέτωπο του να στάζει ιδρώτα πάνω στα τεράστια μυωπικά γυαλιά που κάλυπταν το στρογγυλό πρόσωπο του. Έλυνε και έδενε νευρικά την κακόγουστη γραβάτα του και μοιρολογούσε πάνω στην βέβαιη καταδίκη μου.

«Η κίνηση σας να ξεκινήσετε την εξέγερση ακυρώνει κάθε προσπάθεια μας για ευνοϊκή μεταχείρισης από το δικαστήριο, αγαπητέ καβαμαρών» μου δήλωσε με χαμηλωμένο βλέμμα βουτώντας μέσα στο χαρτομάνι της δικογραφίας.

Έμεινα σιωπηλός κοιτάζοντας τον εχθρικά. «Δύσκολα τα πράγματα Κύριε, πολύ δύσκολα» συνέχιζε να μονολογεί. Σηκώθηκε, μάζεψε τα χαρτιά του και έφυγε με βαριά βήματα σέρνοντας πίσω του τα αποτυχημένα χρόνια της δικηγορίας του.

Την επόμενη μέρα στο κελί μου έφεραν ένα συγκάτοικο. Ο Σωτήρης βρέθηκε στη φυλακή για κάτι μίζες. «Το εξιλαστήριο θύμα ενός οικονομικού εγκλήματος που βρώμαγε από ψηλά» όπως μου δικαιολογήθηκε. Ευχάριστος τύπος. Αν και απίστευτη γλωσσοκοπάνα λάτρευα, λίγο πριν κλείσουν τα φώτα τη νύχτα, να τον ακούω με τον δικό του γλαφυρό τρόπο να εξιστορεί τις περιπέτειες του από τα αμέτρητα ταξίδια του. Με έπαιρνε και μένα συνταξιδιώτη και άλλοτε βρισκόμασταν να αντιμετωπίζουμε επικίνδυνους βεδουίνους στη Σαχάρα και άλλοτε να κυνηγάμε χαμένους θησαυρούς των ναζί στους άγιους τόπους ωσάν τον Ιντιάνα Τζόουνς. Ήταν αφάνταστα αιματηρός ο τρόπος που ξεπάστρευε τους εχθρούς του. Λύτρα αίματος ξεχύνονταν από τις λέξεις του και σαν τελείωναν όλα έπαιρνε για λάφυρο το όμορφο κορίτσι. Αν και γεμάτες κλισέ και σχετικά αναμενόμενης πλοκής οι φαντασιώσεις του ήταν καλό φάρμακο. Ξεχνιόμουν με δαύτες και άφηνα, έστω και για λίγο, τις δυσοίωνες σκέψεις μου στην άκρη. Ήταν σίγουρο ότι θα μου έλειπαν οι ιστορίες του όταν θα αποφυλακίζονταν σε λίγες εβδομάδες.

Έπιασα εργασία στη φυλακή για να σκοτώνω δημιουργικά το χρόνο μου. Βοηθός του Φώντα του τεχνίτη. Ένας καλλιτέχνης-ξυλουργός που βρισκόταν ισόβια έγκλειστος για κάποιο φονικό που γέμισε κάποτε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με παχυλούς τίτλους γεμάτους κατάρες και αφορισμούς για τον θύτη. Τον βοηθούσα στα απολύτως απαραίτητα. Κυρίως στο κουβάλημα και στο καθαρισμό των εργαλείων του. Τον υπόλοιπο χρόνο μαζί του τον περνούσα σιωπηλός χαζεύοντας τον με τις ώρες να χειρίζεται με χάρη και χέρι σταθερό τον τροχό για να κόβει το ακατέργαστο ξύλο και ύστερα με μαεστρία να το σμιλεύει και να του δίνει ποικιλόμορφα σχήματα. Σαν το ξύλο έπαιρνε την τελική του μορφή σκάλιζε πάνω του όμορφες παραστάσεις δίνοντας του μια τελευταία πινελιά. Ύστερα έβαζε τα χέρια του στη μέση και θαύμαζε το δημιούργημα του φουσκώνοντας από περηφάνια. Λάτρευα να ρουφώ κάθε στιγμή αυτής τη ιεροτελεστίας.

Ο Φώντας ήταν γνωστός και ως το κοράκι της φυλακής. Κατασκεύαζε φέρετρα και πρόσφερε μια στοιχειώδη κηδεία σε όσους τροφίμους άφηναν την τελευταία τους πνοή εκεί μέσα και δεν είχαν συγγενή που να ζει ή να τους θυμάται για να τους κλάψει. Βρεθήκαμε να ετοιμάζουμε το φέρετρο για κάποιον από τους κρατούμενους που πέρναγε στην αιωνιότητα. Καθαρίσαμε το ξύλο πεύκου από τις ακίδες και το κόψαμε σε επίπεδες επιφάνειες. Με το ξυλόσφυρο δώσαμε κοιλότητα σε δυο ομοιόμορφες σανίδες και με ένα γυαλόχαρτο καθαρίσαμε την επιφάνεια της βάσης. Ύστερα με ένα μικρό σκερπάνι "προκίσαμε" τις σανίδες πάνω στις άκρες της βάσης και με το μεταλλικό αλφάδι μετρήσαμε τις παράλληλες πλευρές για να ταιριάξουμε με ακρίβεια πάνω τους το κουρμπαριστό σκέπαστρο. Ολοκληρώσαμε την κατασκευή και τοποθετήσαμε τον νεκρό σαβανωμένο μέσα στην κάσα. Καθώς μουρμουρίζαμε κάποια ακατάληπτα ευχολόγια για το ταξίδι του στο κάτω κόσμο πέρασε από το μυαλό μου μια μακάβρια σκέψη που μου προκάλεσε μια παράξενη έκσταση.

Η ιδέα της απόδρασης καιρό τώρα στροβιλίζονταν στο νου μου και χάνονταν γρήγορα κάτω από το βάρος του αδυνάτου. Η φυλακή ήταν άρτια οχυρωμένη και θεωρούσα τον εαυτό μου αρκετά αδαή για να σκαρφιστεί κάποιο μεγαλειώδη τρόπο διαφυγής. Από την άλλη πίστευα , ίσως και επιπόλαια, ότι δε θα μπορούσα ν’ αντέξω για πολύ ακόμα εκεί μέσα ενώ έτρεμα στην ιδέα ότι θα συμβιβαστώ κάποτε με τα δεσμά μου. Κοιτάζοντας εκείνη την κιβωτό που θα μετέφερε τον νεκρό στον Άδη σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει το μέσο για να με οδηγήσει στην δικιά μου γη της επαγγελίας, την ελευθερία. Η ιδέα εγκαταστάθηκε βίαια στη συνείδηση μου και έπεισε τον εγκέφαλο μου να οργανώσει το σχέδιο.

Η γλώσσα μου έτρεχε σε γοργούς ρυθμούς καθώς ανέλυα την μεγάλη μου σύλληψη στον Φώντα. Το σχέδιο ήταν απλό. Χρειαζόμουν την δική του βοήθεια και έναν συνεργό για την εκταφή. Την επόμενη φορά, θα έμπαινα και εγώ παρέα με τον αποθανόντα στα έγκατα της γης και σαν τέλειωνε η τελετή και όλοι θα είχαν απομακρυνθεί και η περιοχή θα θύμιζε την γνώριμη εικόνα ενός έρημου τοπίου θα αναλάμβανε κάποιος να με ανασύρει στην επιφάνεια. Εύκολα θα παραβιάζαμε το μικρό ιατρείο της φυλακής για μια φιάλη οξυγόνου ώστε να με κρατήσει ζωντανό κάτω από το χώμα για όσο χρειάζονταν. Όλη εκείνη την ώρα που ξεδίπλωνα το σχέδιο, ο Φώντας με άκουγε με προσοχή. Αντιμετώπισε εκείνο το περίεργο τρόπο διαφυγής με ένα σαρκαστικό μειδίαμα και ύστερα μίλησε

-Θα σε βοηθήσω, δεν έχω τίποτα να χάσω…. αποφάνθηκε και εγώ πήρα ένα γεμάτο χαμόγελο ανακούφισης.
…αλλά πες μου γιατί θέλεις να φύγεις από εδώ?, με ρώτησε αιφνίδια
Θεώρησα το ερώτημα βλακώδες αλλά δε το προσπέρασα.
- Δεν ανήκω εγώ εδώ μέσα, απάντησα κοφτά και με στόμφο
- Και τι νομίζεις , μικρέ μου καβαμαρών, ότι θα βρεις εκεί έξω. Παράνομοι και υπάνθρωποι ζουν και εκεί, απλά έχουν την τύχη να προσλαμβάνουν καλύτερο δικηγόρο, είπε με ύφος σοβαρό και διδακτικό.

«Καημένε Φώντα» σκέφτηκα από μέσα μου, «παγιδευμένος στους ανούσιους προβληματισμούς σου, σαπίζεις μέρα με την μέρα». Τον λυπήθηκα πραγματικά αλλά δεν είχα χώρο για άλλο συναίσθημα πέρα από την ηδονή που με κυρίευε στην ιδέα μιας επιτυχημένης απόδρασης. Το μόνο που έμενε ήταν να βρω κάποιον για την εκταφή και να περιμένω τον επόμενο νεκρό.

Ο Σωτήρης θα έπαιρνε εξιτήριο την επόμενη μέρα. Φάνταζε για μένα ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή. Δεν άργησε να δεχτεί, με το αζημίωτο βέβαια. Με ανάγκασε να του τάξω ένα μικρό θησαυρό. Συμφωνήσαμε να του τηλεφωνήσω την ημέρα της απόδρασης. Θα παραφυλούσε προσεκτικά κοντά στο νεκροταφείο και την κατάλληλη στιγμή θα ερχόταν να με ξεθάψει. Το νεκροταφείο βρισκόταν λίγο έξω από την φυλακή. Είχε ένα μικρό ξωκλήσι και ανύπαρκτη φύλαξη. Ήταν εύκολο για εκείνον να δράσει. Δε του μιλησα για τον Φώντα όπως και το αντίστροφο. Στην περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά δεν ήθελα ο ένας να «δώσει» τον άλλο.

Το βράδυ στήθηκε ένα πρόχειρο αποχαιρετιστήριο παρτάκι για την αποφυλάκιση του Σωτήρη. Το κρασί πους μας έφερε στα μουλωχτά ο Μπάμπης ο φύλακας έρρεε άφθονο. Η βραδιά κύλησε με τραγελαφικές σεξιστικές ιστορίες που πυρπόλησαν θύμισες ενός ένδοξου παρελθόντος και προκαλούσαν ασταμάτητα γέλια. Κάποια στιγμή ο Σωτήρης ένιωσε μια ελαφρά δυσφορία. Ήταν καρδιακός βλέπετε και δεν ήταν ώρα να παίζει με το ποτό. Διώξαμε ευγενικά τους μουσαφιρέους από το κελί και πέσαμε να κοιμηθούμε. Με καληνύχτισε με ένα φωτεινό χαμόγελο πραγματικής ευτυχίας. Έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα βαριά. Όταν ξύπνησα ο Σωτήρης δεν ήταν εκεί. Έφυγε χωρίς ένα αντίο.

Προς το μεσημέρι πήρα σήμα από τον Φώντα ότι είχαμε να περιποιηθούμε τον επόμενο νεκρό. Ήταν η χρυσή μου ευκαιρία. Δεν άφησα τον εαυτό μου να επεξεργαστεί την απόφαση μου. «Ή τώρα ή ποτέ» ψέλλισα μέσα μου και έσφιξα την γροθιά μου. Ο Φώντας δέχτηκε να αναλάβει τον πεθαμένο και εγώ έτρεξα στο τηλεφωνητήριο. Πήρα στο σπίτι του Σωτήρη τρεις φορές αλλά δεν το σήκωνε. Πήρα και στο κινητό του αλλά μάταια. «Θα γιορτάζει ο μπαγάσας την ελευθερία του σε κάποιο μπουρδέλο» , σκέφτηκα και χαμογέλασα. Άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή. Ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα το άκουγε και όλα θα έβαιναν καλώς. Αντιστάθηκα σε κάθε απαισιόδοξη σκέψη μου και νίκησα την ανησυχία μου. Δεν θα άφηνα αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Δεν είχα και πολύ χρόνο. Όσο προσπαθούσα να βρω τον Σωτήρη, ο Φώντας είχε ήδη σαβανώσει τον νεκρό και τον είχε τοποθετήσει μέσα στο ξύλινο φέρετρο από κυπαρίσσι. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και στριμώχτηκα δίπλα στον πεθαμένο. Ο Φώντας μου ευχήθηκε καλή τύχη προσποιούμενος ότι την πιστεύει, μου έδωσε την φιάλη οξυγόνου και σφράγισε την κάσα κρύβοντας το φως από τα μάτια μου.

Ήταν κλειστοφοβικά, σκοτεινά και άβολα εκεί μέσα. Θα ήταν ψέματα να πω ότι δεν φοβόμουν την έκβαση αυτής της επικίνδυνης διαφυγής που διάλεξα. Όλα κρέμονταν από μια κλωστή και δεν είχα εμπιστοσύνη σε κανέναν. Παρόλο’ αυτά πρέπει να ήμουν ο μοναδικός ζωντανός που είχε την δυνατότητα να παρακολουθήσει την κηδεία του και έκατσα να το απολαύσω . Άκουσα τα βογγητά πόνου και τις βλασφημίες από τα παλικάρια που αναγκάστηκαν να σηκώσουν το υπέρμετρο βάρος αυτού του φέρετρου, αφουγκράστηκα κάποια σκόρπια αναφιλητά στον αέρα και επαγγελματικά μοιρολόγια. Πικρογέλασα με τον Παπά που πήδαγε τα εδάφια για να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα και στο τέλος τον ευχαρίστησα για τις ευχές περί αιωνιότητας και μακαριότητας που μου έδινε. Ύστερα ποσότητες χώματος σκέπασαν την κάσα και μένα με διαπέρασε ένα πρωτόγονο ρίγος και ξεροκατάπια τόσο δυνατά που το σάλιο έγδαρε τον οισοφάγο μου.

Ο χρόνος έδειχνε να είχε κολλήσει στο μηδέν εκεί στα υπόγεια. Η αίσθηση μου όμως δε με πρόδιδε. Πρέπει να είχαν περάσει αρκετές ώρες από τότε που με έθαψαν και ο σωτήρας μου άφαντος. Ξάφνου ένας ανεπαίσθητος ήχος ταξίδεψε στη γη και έφτασε στα αυτιά μου σχεδόν σβηστός. Προσπαθούσα να ελέγξω τις αναπνοές που έπαιρνα από την φιάλη και να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Τότε με επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο πιο απόκρυφος φόβος μου. Το ένστικτο μου ψιθύρισε ένα τρελό παιχνίδι της μοίρας. Έπρεπε να βεβαιωθώ. Ψαχούλεψα τις τσέπες μου και βρήκα ένα αναπτήρα ενώ παράλληλα κατέβασα το σεντόνι που κάλυπτε το πρόσωπο του νεκρού. Η έλλειψη οξυγόνου δεν θα διατηρούσε την φλόγα αλλά ακόμα και μια ισχνή λάμψη φάνταζε αρκετή. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ξετυλίχτηκαν μπροστά μου οι σελίδες του πιο εφιαλτικού σεναρίου. Ο Σωτήρης κείτονταν δίπλα μου και η σωρός του είχε εκείνο το φωτεινό χαμόγελο ευτυχίας με το οποίο με είχε καληνυχτίσει την προηγουμένη νύχτα στο κελί. Τον μίσησα με όλη μου την καρδιά. Τον καταράστηκα γιατί η καρδιά του λιγοψύχησε την πιο κρίσιμη ώρα. Η ιδέα ενός απροσδιόριστου και λυτρωτικού ήχου έφτασε και πάλι στα αυτιά μου αλλά έσβησε και πάλι μονομιάς σαν τις ελπίδες μου.

Δεν με έπιασε πανικός μπροστά στο άσχημο παιχνίδι της μοίρας μου. Μέσα μου, βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο, άδειος και παγωμένος. Η απόλυτη αποσυμπίεση. Αυτόβουλα θαμμένος βαθιά μέσα στο απόλυτο κενό προσευχόμουν, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου, για ένα γρήγορο τέλος . Η φιάλη οξυγόνου άδειαζε, το ίδιο και εγώ. Η ιδέα του θανάτου από ασφυξία πάντα με ανατρίχιαζε. Είδα τον χάρο να ακονίζει το δρεπάνι του καθώς ολάκερος μελάνιαζα. Οι φλέβες μου τεντώθηκαν προσπαθώντας ενστικτωδώς να βρω τις αναπνοές μου. Η ανάσα μου έσβησε και ύστερα επανήλθε ξαφνικά και βίαια και εγώ ένοιωσα σαν να γεννιέμαι ξανά. Όπως το μωρό που βγαίνει από την μήτρα της μάνας του και εγκαινιάζει με γοερό κλάμα την πρώτη του αναπνοή στον έξω κόσμο έτσι και εγώ καλωσόρισα την δική μου με ένα βουβό λυτρωτικό λυγμό. Τα αυτιά μου δε με γελούσαν αυτή τη φορά. Εκείνος ο ισχνός ήχος ήταν πια έντονος και αναγνωρίσιμος. Κασμάδες και φτυάρια έσκιζαν τον αέρα και προσγειώνονταν με ορμή στο έδαφος λίγα εκατοστά πιο πάνω μου. Ύστερα από λίγο τα σκαπτικά σίγησαν και ακούστηκαν ψίθυροι.

-Ρε Μαλάκα σίγουρα τον έχουν θάψει τον επιχειρηματία εδώ? ρώτησε ο ένας λαχανιασμένα
-Σκάσε και σκάβε. Σου λέω ότι κάναμε την τύχη μας. Χρυσαφικά μεγάλης αξίας τον στολίζουν ενώ οι τσέπες του και τα ρούχα του είναι γεμάτα από δεσμίδες χρημάτων, απάντησε ο δεύτερος με ενθουσιασμό

Η αξίνα έσπασε το ξύλινο σκέπαστρο και έγδαρε την κοιλιά μου. Έσπρωξα με δύναμη όπως το λυσσασμένο λιοντάρι την πόρτα του κλουβιού του. Πετάχτηκα έξω από το φέρετρο, φίλησα τα παγωμένα από τον τρόμο πρόσωπα των σωτήρων μου που με κοίταζαν αποσβολωμένα και έτρεξα στο σκοτάδι.

Ο μύθος του πλούσιου ζωντανού νεκρού με τα χρυσά στολίδια ακόμα στοιχειώνει το μέρος εκείνο.

ΤΕΛΟΣ

16 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

κλαπ κλαπ κλαπ!

ΥΓ: Πολύ μ΄άρεσε λέμε.

Misirlou Oubliez είπε...

Υποβλητικο. Το διαβασα -not- μονορουφι.

Fight Back είπε...

φοβερο κονσεπτ βασικα
επισης καλες περιγραφες
σου προτεινω να το στειλεις ειτε
α) στο ελλαδα εχεις ταλεντο
β) στο dont fear the critic
γ) να κανεις την ελληνικη εκδοση του πριζον βρεακ και να πλουτισουμε ολοι

numb_jg είπε...

εγώ πάλι λέω να το στείλεις σε κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό
πολύ καλό

Ανώνυμος είπε...

Kabamaru! Gia mia stigmi nomiza pws 8a pe8aines telika! Alla panta ta kataferneis, opws kai sto suggrafiliki! 8a sumfwnisw pws prepei kapote na gineis pio diashmos... kai plousios, giati oxi?

kabamaru είπε...

paidia euxaristw gia ta kala sas logia. Xairomai pou sas arese ilikrina(pisteuw). fight tha to steilw sto psinaki gia krisi na goustaroume(ton petefri den tha ton katalavw etsi ki alliws). ZAratustra diasimos de thelw na ginw plousios omws thelw. Misirlou diavase to kai meta kane comment.

Thelw episis na prosthesw oti to concept tis drapeteusis to empneustika apo mia istoria pou mou elege palia otan imoun pitsiriki enas mparmpas sto xvrio. Ara dinw credit gia tin istoria kai se auton.

DrStein είπε...

---------------------------- Χμ....
----------------------------

{par 1 line 4} “Δυσάρεστη φιγούρα εκείνο το ανθρωπάκι.”
{par 2 line 3} “σέρνοντας πίσω του τα αποτυχημένα χρόνια της δικηγορίας του”

Με τέτοιο δικηγόρο έπρεπε να αυτοκτονήσεις, όχι να αποδράσεις

{par 4 line 13,14} “Αν και γεμάτες κλισέ και σχετικά αναμενόμενης πλοκής οι φαντασιώσεις του ήταν καλό φάρμακο”

Προφανώς ο συγκάτοικος σου είχε πάρα πολλά κοινά μαζί σου ή απλά είχες φανταστικό συγκάτοικο.

{par 5 line 13}“θαύμαζε το δημιούργημα του φουσκώνοντας από περηφάνια. Λάτρευα να ρουφώ κάθε στιγμή αυτής τη ιεροτελεστίας”
κλπ κλπ κλπ

Το μπαλόνι bob σφουγγαράκης έχει γλιστρήσει προ πολλού από τα χέρια του μικρού ενώ αυτός ξεσπάει σε κλάματα πάνω στη μάνα του, βλέποντας το να υψώνεται στα ουράνια ασύγκριτα πέρα από κάθε ρεαλιστική προσέγγιση για επανάκτηση του.

{par 6 line 6:12} “Καθαρίσαμε το ξύλο πεύκου.... κουρμπαριστό σκέπαστρο”
WTF??????

------------------------------- Errata -------------------------------

{par 8 line 3,4} “Την επόμενη φορά, θα έμπαινα και εγώ παρέα με τον αποθανόντα στα έγκατα της γης”

Ο Kabamaru, o Σωτήρης, η μπουκάλα οξυγόνου, η χρυσή εθνική μπάσκετ του 87, το μονοθέσιο του Αλόνσο και πάει λέγοντας..... όλοι οι καλοί χωράνε στα φέρετρα του Φώντα!

{par 12 line 10} “Όταν ξύπνησα ο Σωτήρης δεν ήταν εκεί”

Πέθανε, ξημέρωσε, κατάλαβαν ότι πέθανε, τον πήρανε και μετά ξύπνησες κι εσύ κατά τις 2 για το μεσημεριανό... Ναι ξέχασα ότι κοιμόσουν με ωτοασπίδες και είχες αναρτήσει την ταμπέλα στην πόρτα: “o Kabamaru κοιμάται, μην ενοχλάτε και πολύ φύλακες μην σας σπάσω τα μούτρα”

{par 18 line 3:6} “Σκάσε και σκάβε. Σου λέω ότι κάναμε την τύχη μας. Χρυσαφικά μεγάλης αξίας τον στολίζουν ενώ οι τσέπες του και τα ρούχα του είναι γεμάτα από δεσμίδες χρημάτων, απάντησε ο δεύτερος με ενθουσιασμό”

Το εξοχικό της Μυκόνου το χε πάνω του;

Narita είπε...

Δέος με διακατέχει διαβάζοντας αυτό το αριστούργημα...
Καλά φίλε τρελή ανατροπή με το Σωτήρη...

mithrandir είπε...

Χαχα ρε Δοκτορα.
Καμπαμαρού έκανες τρελλή έρευνα για το πόνημά σου, εύγε, τώρα κατάλαβα γιατί είχες λουμώσει τόσο καιρό (νοτ)

αργυρένια είπε...

πωπω
θα πάω σε οφθαλμίατρο τώρα για τον αστιγματισμό μου

χαλάλι βρε

μονορούφι δεν το διάβασα, έκανα διαλείματα για τσίσα, κουλούρι, τηλέφωνα και γιόγκα.

I like it baby boy

Κολοκύθι είπε...

Επειδή είχα ξεχάσει τι έγινε στα άλλα δύο θεώρησα περιττό να το διαβάσω γι αυτό είδα μόνο τις 3 τελευταίες παραγραφους.

Μπραβο καμπαμαρού!!!Πήρες τα λεφτα και έφυγες ζωντανος!
( πάλι με κοσμίματα ασχολήθηκε αυτός χο)

kabamaru είπε...

xaxaxax dr stein ta gamises ola. tin epomeni fora tha valw kai diastasis sto feretro gia na se peisw pws xwresa. Episis ithiste se merika xwria -kuriws- na thavoun tous sigeneis me xrimata kai xrisafika gia kalo taksidi ston allo kosmo kai kala.

narita--> thx mate

mithra-->ereuna sto google oligwn leptwn ekana mono

argirenia--> xairomai pou sou arese.

kolokuthi--> ksanadiavase to( kai ta alla 2). Lefta pantws de peira.

lazinio είπε...

einai pio cult na pethainei o hrwas kabamaru. alla ksexasa esu eisai super hero.

Downhill.... είπε...

xaxaxa re kabamaru, ekatsa gia xarh soy kai diabasa ayto to triquel!!! Den 8a akolou8hsw thn pepathmenh toy olapoutanismoy giati eimai eksou8enwmenos apo thn anagnwsh ...fousko, wraies perigrafes kai kwmiko telos syn8etoyn ena aristourghma...

eyge!

Lee είπε...

Ο κομης Μοντεκρίστο, συναντά τον Prison Breaker!
Ωραίο & αναπάντεχο :)

kabamaru είπε...

lazinio -->goustarw ta happy ends

downhill--> xaras to kouragio sou poy to diavases olo monoroufi giauto eisai allwste kai o megas ananwstis mou...thx gia ta kala sou logia

lee--> xex etsi opws ta les peripou..thx!